25.8 C
Athens
Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024

Η σημασία μίας Πρότασης Μομφής στην πράξη (Άρθρο του Δικηγόρου Χρ. Τσίχλη)

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών – Συνταγματολόγος – Νομικός συνεργάτης Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ελλάδα – Συνήγορος Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος στην Ελλάδα – Δ.Σ. Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Αθηναίων – Δ.Σ. Ιδρύματος Μπότσαρη- Νομικός Σύμβουλος Βορειοηπειρωτών Ελλάδος.

Προκειμένου να γίνει δεκτή η πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησης εν συνόλω ή κατά κάποιου μέλους, θα πρέπει να έχει υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλαδή από 151 βουλευτές). Δεν μπορεί να υποβληθεί εκ νέου πρόταση μομφής, εάν δεν έχει συμπληρωθεί χρόνος έξι μηνών, από την απόρριψη προηγούμενης όμοιας πρότασης(δηλαδή θα πρέπει να παρέλθουν έξι μήνες, για την κατάθεση νέας πρότασης μομφής από την αντιπολίτευση). Συνήθως, μετά την κατάθεση πρότασης δυσπιστίας, εφαρμόζεται κομματική πειθαρχία των βουλευτών και η πρόταση δυσπιστίας μετατρέπεται σε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Παρόλο που δεν υφίσταται ελευθερία σκέψης του βουλευτή(λόγω κομματικής πειθαρχίας),κάθε βουλευτής δεσμεύεται δημόσια για την επιλογή του και χαρακτηρίζεται γι’ αυτήν. Η πρόταση δυσπιστίας αναγράφει τους λόγους που κατατέθηκε και κάθε βουλευτής ουσιαστικά λαμβάνει ξεκάθαρη θέση, για τους συγκεκριμένους λόγους που αναγράφει η πρόταση. Η πρόταση μομφής αποτελεί το πιο ισχυρό κοινοβουλευτικό μέσο της αντιπολίτευσης και διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι λαμβάνει χώρα για επικοινωνιακούς και μόνο λόγους, καθώς είναι δύσκολο να συγκεντρώσει 151 θετικές ψήφους βουλευτών.

Tα μέσα κoινoβoυλευτικoύ ελέγχoυ, εκτός από την πρόταση δυσπιστίας, πoυ ρυθμίζεται από τo άρθρo 142, είναι: α) oι αναφoρές β) oι ερωτήσεις γ) oι επίκαιρες ερωτήσεις δ) oι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων ε) oι επερωτήσεις, στ) oι επίκαιρες επερωτήσεις και ζ) η σύσταση εξεταστικών επιτροπών.

Σύμφωνα με το άρθρο 84 του Συντάγματος,
η πρόταση δυσπιστίας κατατίθεται, εφόσον φέρει την υπογραφή του 1/6 του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλαδή από 50 βουλευτές) και πρέπει να περιλαμβάνει με σαφήνεια τα θέματα, για τα οποία οι βουλευτές αίρουν την εμπιστοσύνη τους από την κυβέρνηση εν συνόλω ή από κάποιο μέλος της.

Οι βουλευτές καταθέτουν την πρόταση μομφής προς τον πρόεδρο της βουλής κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας συνεδρίασης του Σώματος.

Σε περίπτωση που η πρόταση υπογράφεται, όπως προαναφέρθηκε, από τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό βουλευτών, τότε η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της για δύο ημέρες, εκτός κι αν η κυβέρνηση ζητήσει να ξεκινήσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας.

Σε ό,τι αφορά τα χρονικά περιθώρια, ο Κανονισμός της Βουλής επισημαίνει πως η συζήτηση στην Ολομέλεια ολοκληρώνεται το αργότερο τη δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξή της με ονομαστική ψηφοφορία.

Με βάση το άρθρο 142 του Κανονισμού της Βουλής, η συζήτηση επί της πρότασης δυσπιστίας ξεκινά με την ομιλία δύο τουλάχιστον βουλευτών από εκείνους που την υπέγραψαν.Παράλληλα, μέχρι το τέλος της ομιλίας των δύο βουλευτών, συντάσσεται ο πλήρης κατάλογος των ομιλητών που θα τοποθετηθούν ενώπιον της Ολομέλειας.

Συγκεκριμένα το άρθρο 84 του Συντάγματος, προβλέπει:

1. H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Kυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Bουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. H Bουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της Kυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης.

  1. H Bουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Kυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Bουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας.
    H πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση.
  2. Kατ’ εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
  3. H συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Kυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της.
  4. H ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Kυβέρνηση.
  5. Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
    Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
  6. Kατά την ψηφοφορία για τις πιο πάνω προτάσεις ψηφίζουν οι Yπουργοί και Yφυπουργοί που είναι μέλη της Bουλής.

Υπό τον όρο «πρόταση μομφής» ή «πρόταση δυσπιστίας» αναφέρεται η πρόταση που καταθέτει κόμμα της αντιπολίτευσης στη Βουλή των Ελλήνων, με σκοπό το Σώμα να άρει την εμπιστοσύνη του από την κυβέρνηση ή από μέλος της.

Το καθεστώς που διέπει τη διαδικασία της πρότασης μομφής περιγράφεται πρωτίστως στο άρθρο 84 του Συντάγματος και με πιο αναλυτικό τρόπο στο άρθρο 142 του Κανονισμού της Βουλής.

Το Σύνταγμα γνωρίζει μόνο δύο τρόπους προκειμένου η Κυβέρνηση να απολέσει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής: Είτε μέσω της αποδοχής πρότασης δυσπιστίας είτε μέσω της απόρριψης πρότασης εμπιστοσύνης, σύμφωνα με την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 84 του Συντάγματος και εξειδικεύεται στα άρθρα 141 και 142 του Κανονισμού της Βουλής. Δεν τίθεται, από συνταγματική σκοπιά, ζήτημα απόσυρσης της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση λόγω του ότι και μόνο συγκεκριμένο νομοσχέδιο ή και σειρά νομοσχεδίων είτε δεν συγκεντρώνει την απαραίτητη πλειοψηφία για την υπερψήφισή του είτε συγκεντρώνει μεν αυτή την πλειοψηφία, χάρη όμως στις ψήφους της αντιπολίτευσης. Κατά συνέπεια, από τη στιγμή που δεν πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, της αποδοχής πρότασης δυσπιστίας ή της απόρριψης πρότασης εμπιστοσύνης, συνταγματικά δεν τίθεται ζήτημα απώλειας ή διάρρηξης της δεδηλωμένης.
Όταν ο Πρωθυπουργός ζητάει ψήφο εμπιστοσύνης: Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 84) η πρόταση για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης που καταθέτει ο πρωθυπουργός αρκεί να υπερψηφιστεί από την πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, συγκεντρώνοντας τουλάχιστον 120 θετικές ψήφους(αρκούν 120 βουλευτές).

Η επιλογή του αυτή έχει κατ’ αρχάς πολιτική σημασία και αφορά το εύρος της νομιμοποίησης της Κυβέρνησης. Πρακτικά η συγκέντρωση μιας τέτοιας πλειοψηφίας σηματοδοτεί τη δυνατότητα της Κυβέρνησης να νομοθετεί χωρίς να αναζητά κάθε φορά κοινοβουλευτικές συμμαχίες.

Σε περίπτωση που δεν συγκεντρωθεί η απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, αλλά πλειοψηφία τουλάχιστον 120 βουλευτών, η Κυβέρνηση θα έχει μεν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, όμως είναι προφανές ότι η διάρκεια του βίου της θα είναι πλέον περιορισμένη. Αν δεν συγκεντρώσει ούτε την πλειοψηφία των 120, τότε η Κυβέρνηση θα πρέπει να παραιτηθεί αμέσως και, αν αποτύχει ο σχηματισμός νέας Κυβέρνησης που να μπορεί να λάβει την εμπιστοσύνη της Βουλής, θα προκηρυχθούν εθνικές εκλογές.

spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ