27.7 C
Athens
Πέμπτη, 25 Ιουλίου, 2024

Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών: Καταβολή αποζημίωσης & επιδομάτων σε 2.500.000 συνταξιούχους που καταργήθηκαν λόγω Μνημονίων

Γράφει ο Χρήστος Ηλ. Τσίχλης Δικηγόρος Αθηνών – Συνταγματολόγος – Συνήγορος Αμερικανικού δημοκρατικού Κόμματος στην Ελλάδα – Νομικός συνεργάτης Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα – Δ.Σ. Ιδρύματος Μπότσαρη – Δ.Σ. Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Δήμου Αθηναίων – Νομικός σύμβουλος Βορειοηπειρωτών Ελλάδος.

Ένα από τα κύρια μέτρα που επέβαλαν οι δανειστές μέσω των μνημονίων- δανειακών συμβάσεων, ήταν οι συνεχείς περικοπές των δαπανών της γενικής κυβέρνησης και ειδικότερα εκείνες για τις συντάξεις γήρατος.

Με νέες αποφάσεις το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, επιβάλλει την καταβολή επιδομάτων εορτών και άδειας, ποσά που κόπηκαν από επικουρικές συντάξεις, καταβολή τόκων αλλά και αποζημιώσεις για ηθική βλαβη. Δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες συνταξιούχοι δικαιώνονται από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας, γιά περικοπές, που υπέστησαν λόγω μνημονίων, σε επιδόματα εορτών και αδειών, καθώς και για ποσά, που καταργήθηκαν από τις επικουρικές τους συντάξεις.
Με έξι αποφάσεις του το δικαστήριο επιβάλει την επιστροφή των περικοπών στους συνταξιούχους και μάλιστα με τόκο 6%, ενώ επιπλέον επιδικάζει και αποζημιώσεις για ηθική βλάβη, που υπέστησαν λόγω ψυχικής οδύνης.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας, με έξι αποφάσεις του προβλέπει την αναδρομική καταβολή επιδομάτων εορτών και αδειών, που καταργήθηκαν μετά το 2012, καθώς και επικουρικών συντάξεων για περικοπές 11μηνου, με τόκο 6%.

Το δικαστήριο επιπλέον ορίζει ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου βάσει νεότερων αποφάσεων έγινε επιστροφή των περικοπών, θα πρέπει να καταβληθούν και τόκοι για το διάστημα από την προσφυγή των συνταξιούχων.

Δέχεται και την επιβολή αποζημιώσεων για ηθική βλάβη.

Στις δικαστικές αποφάσεις γίνεται αναφορά στις συντάξεις, που επλήγησαν με το μνημόνιο και με νόμους, από περικοπές, που κρίθηκαν αντισυνταγματικές από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το Πρωτοδικείο υιοθετεί την άποψη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, που ανέφερε ότι, «δεν προηγήθηκε των περικοπών αυτών… η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις».

Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι «σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής, σε κάθε περίπτωση, όμως, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει τον Συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στον συνταξιούχο τέτοιων παροχών που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια».

Στο σκεπτικό του το Δικαστήριο αναφέρει επιπλέον ότι, «προκειμένου, δε, να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, εν όψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα, αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εν όψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττόμενων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση».

Με βάση τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε ότι, στους μνημονιακούς νόμους , με τις διατάξεις αυτές επιχειρήθηκε νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγόμενων, χωρίς να έχει προηγηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία να διαπιστώνεται και να αναδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν σύμφωνη με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου».Ιδιαίτερα σημαντική κατάκτηση θεωρείται η επιδίκαση αποζημιώσης, για ψυχική οδύνη, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι συνταξιούχοι.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρει οτι, παρά το γεγονός πως, οι παράνομες περικοπές δεν υποδηλώνουν ηθική απαξία, ωστόσο “εξ αιτίας αυτων υποχρεώθηκαν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, προκειμένου να τους επιδικαστεί η διαφορά μεταξύ των ποσών που του καταβλήθηκαν και εκείνων που δικαιούνταν, γεγονός που τους προκάλεσε, κατά κοινή πείρα, αγωνία και αβεβαιότητα για την έκβαση των ενεργειών τους”.

Βέβαια οι αποφάσεις είναι πρωτοβάθμιες και το πιθανότερο είναι ότι, θα ακολουθήσει και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γιά την υπόθεση. Οι μνημονιακές περικοπές στις συντάξεις έχουν κριθεί Αντισυνταγματικές με μια σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι μόνο. Πολλές από αυτές λειτούργησαν πιλοτικά για πολλές εκκρεμείς διεκδικήσεις συνταξιούχων στα δικαστήρια. Ως εκ τούτου αφορούν χιλιάδες πολίτες .

Oι τέσσερις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ( 2287, 2288, 2289 και 2290/2015) με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι περικοπές των νόμων 4051/12 και 4093/2012 αξιολογούνται ως οι σημαντικότερες που έχουν εκδοθεί και αφορούν τις μειώσεις των συντάξεων μέχρι σήμερα από την Ελληνική Δικαιοσύνη. Αφορούν τις περικοπές του δευτέρου μνημονίου, που έγιναν στο σύνολο των κυρίων και επικουρικών συντάξεων για όλο το φάσμα των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, πλην του δημοσίου, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των συνταξιούχων. Οι αποφάσεις δημοσιεύτηκαν τον Ιούνιο του 2015. Κατά το άρθρο 1 εδ. α και β του ν. 3068/2002 το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο(άρθρ.4ε παρ.3 ν.3388/2005). Η υποχρέωση αυτή συμμόρφωσης της δημόσιας διοίκησης, προβλέπεται ξεκάθαρα στο άρθρο 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται Συνταγματικό Δικαστήριο και απαιτείται πράξη της δημόσιας διοίκησης για την εφαρμογή μίας δικαστικής απόφασης. Η πράξη της διοίκησης συνήθως καθυστερεί υπερβολικά, επικαλούμενη ως αιτιολογία καθυστέρησης την έλλειψη πόρων για την υλοποίηση της απόφασης. Αντιθέτως η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ισχύει από την δημοσιευσή της, ως νόμος του κράτους, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πράξη της δημόσιας διοίκησης. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αξιοκρατική εκλογή των Δικαστικών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ώστε να λειτουργεί ως ανεξάρτητο Δικαστήριο.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο ελέγχει την συνταγματικότητα των νόμων, έχει αρμοδιότητα να εκδικάζει συνταγματικές προσφυγές πολιτών και ελέγχει τις πράξεις και παραλείψεις όλων των πολιτειακών οργάνων. Κάθε πολίτης δικαιούται να προσφύγει κατά κρατικής πράξης η οποία του θίγει ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα. Ως κρατική πράξη νοείται κάθε πράξη καθεμίας από τις τρεις εξουσίες του κράτους, όχι μόνο της εκτελεστικής. Δηλαδή πράξη μπορεί να είναι νόμος, διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση. Αν το Συνταγματικό Δικαστήριο κάνει δεκτή την προσφυγή, τότε ακυρώνει την πράξη. Διοικητικά δικαστήρια στην Ελλάδα:

1) Τα διοικητικά πρωτοδικεία είναι είτε μονομελή είτε τριμελή. Το μονομελές αποτελείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή από πρωτοδίκη που ορίζει ο πρόεδρος και το τριμελές από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον αναπληρωτή και δύο πρωτοδίκες ή παρέδρους

2) Τα διοικητικά εφετεία είναι τριμελή και απαρτίζονται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και δύο εφέτες. Στην σύνθεση όλων των δικαστηρίων περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας.

3) Το συμβούλιο της επικρατείας αποτελείται από το προεδρείο, το οποίο περιλαμβάνει τον πρόεδρο και πέντε αντιπροέδρους, 18 συμβούλους, 33 παρέδρους και εισηγητές καθώς και το προσωπικό της γραμματείας.

Σύμφωνα, με το Σύνταγμα, τόσο τα δύο αυτά ανώτατα δικαστήρια όσο και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αποτελούνται από τακτικούς, ισόβιους δικαστές και θεωρούνται εξίσου δικαστήρια, όπως στα πολιτικά δικαστήρια. Αντίθετα, τα ειδικά διοικητικά δικαστήρια στα οποία δίκαζαν κυρίως μη δικαστικοί λειτουργοί κατά κάποιο τρόπο στερούνταν της ιδιότητας του δικαστηρίου, λόγος για τον οποίο οι αρμοδιότητες τους μεταφέρθηκαν στα τακτικά δικαστήρια.

Τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, δηλαδή εξουσία, να δικάζουν τις διοικητικές διαφορές. Με τον όρο διοικητική διαφορά εννοούμε τη διατάραξη μιας έννομης κατάστασης που προκαλείται από μία πράξη ή παράλειψη.

Η διοικητική διαφορά δεν πρέπει λοιπόν να ταυτίζεται με την ιδιωτική διαφορά, η οποία αφορά ιδιώτη. Γενικά, στα διοικητικά δικαστήρια η δικαιοδοσία είναι αμφισβητούμενη και όχι εκούσια. Εκεί φθάνουν μόνο διαφορές, ενώ οι απλές υποθέσεις διεκπεραιώνονται κατά κανόνα από τις διοικητικές αρχές.

Στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο, ήδη για αυτό το λόγο, οι όροι υπόθεση και διαφορά είναι κατά κανόνα συνώνυμοι και χρησιμοποιούνται άλλωστε αδιακρίτως στη νομοθετική γλώσσα. Βέβαια τα όρια για το διαχωρισμό αυτό θα τα καθορίσει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο όπως επίσης θα άρει τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ των δικαστηρίων σχετικά με τη δικαιοδοσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 100. Ο πρώτος βαθμός διοικητικής δικαιοσύνης, είναι τα διοικητικά πρωτοδικεία και ο δεύτερος τα διοικητικά εφετεία. Και στα δύο οι δικαστές εξετάζουν στο σύνολο της την υπόθεση, τόσο ως προς το πραγματικό μέρος και το αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης όσο ως προς το νομικό μέρος. Οι αρμοδιότητες των διοικητικών πρωτοδικείων είναι φυσικό να παρουσιάζουν διαφορές με εκείνες των διοικητικών εφετείων. Στα πρώτα υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, εκτός από όσες είναι σχετικές με τη νομοθεσία εκτελέσεως δημοσίων έργων, οι οποίες εκδικάζονται από τα δεύτερα. Πάντως η αρμοδιότητα των διοικητικών πρωτοδικείων θα ολοκληρωθεί ύστερα από μία μεταβατική περίοδο που έληξε τα έτη 1984-1985. Τα διοικητικά εφετεία έχουν αναλάβει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των διοικητικών πρωτοδικείων, την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των διαφορών ουσίας σχετικά με τη νομοθεσία εκτελέσεως δημόσιων έργων καθώς επίσης και την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως κατά ορισμένων ατομικών διοικητικών πράξεων.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας(ΣτΕ) είναι το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο και οι αρμοδιότητες του ορίζονται στο άρθρο 95 του Συντάγματος. Το οποίο ορίζει ότι, 1) στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως : α) η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, β) η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών δικαστηρίων όπως ορίζει ο νόμος, γ) η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σε αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους και δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. 2) Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3. 3) Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή σπουδαιότητα τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το ΣτΕ δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως ορίζει ο νόμος. 4) οι αρμοδιότητες του ΣτΕ ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει. 5) Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.

Κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν κυρίως ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό, ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή πρόσωπο που εξομοιώνεται με αυτό, ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η γνωμοδότηση για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις, η σύνταξη και η υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους, η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων και τον έλεγχο των λογαριασμών και τέλος η εκδίκαση υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων.

spot_img

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ